Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ




ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ
ΔΙΘΑΛΑΣΣΟΥ
ποιήματα, Εκδόσεις Κάρβας 2012

Πριν ασχοληθώ με τα ίδια τα ποιήματα, ως εισαγωγή διάβασα τις Σημειώσεις του βιβλίου.

Πρόκειται για ποιητή με πολλή αγάπη στο έργο του και προπάντων σοβαρότητα, μελετημένο, με τη λεπτομέρεια να υποδεικνύει τη σημαντικότητά της και την έρευνα με τη γνώση να θεμελιώνει τον ποιητικό λόγο. Ήδη ο αναγνώστης έχει κερδηθεί λόγω του σεβασμού του ποιητή προς αυτόν.

Ξεκάθαρος, απλός, λιτός, περιεκτικός λόγος, τεχνικά διαρθρωμένος, όντως φωτεινός. Και πίσω από τις τραγουδημένες μυστικές ομορφιές του τόπου, λυγμός από την καταστροφή.
Η δημοτική παράδοση και μούσα δεν διανθίζει αλλά αποτελεί την ίδια την ουσία του πολιτισμού μας, τις συλλήψεις του ανθρώπου σαν αντικρίζει ή παρακολουθεί εικόνες της φυσικής ζωής.

Ο ποιητής δεν είναι μόνο ευαίσθητος δέκτης της φυσικής ομορφιάς αλλά και την αποτυπώνει μπολιασμένη με την πνευματική του σκευή. Φράσεις σπάνιες και ποιητικές καρφώνονται ως επιμύθιο σε μικρά αλλά πολύφωνα κι αρμονικά ποιήματα σφραγίζοντας την όλη ποιητική σύνθεση.

Αφορμές από ανύποπτους χρόνους, ξεχασμένες, τυπωμένες σε περιοδικά εικόνες γαζώνουν το χρόνο με εντυπωσιακές μορφές. Ο ποιητής διαλέγεται με προσφορές άλλων στον τόπο και στη ζωή του, αποκαλύπτοντας ομορφιές. Ο ποιητής φανερώνει τις κρυφές όψεις των πραγμάτων.

Σ’ όποια στιγμή κι αν κρατηθεί στην ομορφιά και στη γαλήνη του παρελθόντος, το σκουλήκι των βαρβάρων δεν τον αφήνει να υπνώσει. Το 1974 στάθηκε η μεγάλη πληγή που αιμορροεί.

Μια τετράδα ποιημάτων για μια μικρή ομορφιά του παρελθόντος μεταθέτει σ΄ όλες τις βαθμίδες του χρόνου κι ανέρχεται τέλος στο άχρονο, στη Ουρανία Ελένη, την αιώνια ομορφιά, την ιδέα.

Η Καρπασία κι η Αμμόχωστος βρήκαν τον τεχνίτη ποιητή τους. Η όλη ατμόσφαιρα, οι εργασίες, ο ανθρώπινος μόχθος. Δεν είναι μόνο το συνταίριασμα. Είναι η δημιουργία και μεταφορά στον αναγνώστη μέσα από τον ποιητικό λόγο όλων των ιδιαιτεροτήτων της Καρπασίας που μένουν αιώνιες σ’ όποιον τις έζησε ή τις δημιουργεί, σ’ όποιον δεν τις γεύτηκε.

Μέσα από τους μύθους και τις παραδόσεις για εικόνες σεβάσμιες ο ποιητής- διαμορφώνοντας το ύφος του- εμβαθύνει στα κρύφια των παραδόσεων με την αγωνία του παρόντος της σκλαβωμένης πατρώας γης.

Η ποίηση με τα φτερά της αναβιώνει το παρελθόν, τις στιγμές που αιωνίζονται, τα τοπία που ανέρχονται στον άλλο πάνω κόσμο. Μεγάλη η ανυψωτική χάρη του ποιητή.

Οι λέξεις δεν φωτογραφίζουν γιατί φέρουν μαζί τους αισθήσεις κι αισθήματα και συναισθήματα, ιστορική γνώση και αυτογνωσία. 

Πέρα από την επιστήμη ο ποιητής συλλαμβάνει το άφραστο κι ανήκουστο. 

Και την ελπίδα στο σκοτάδι. 

-----------------------------------------
Ο Στέλιος Παπαντωνίου είναι φιλόλογος


Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΘΑΛΑΣΣΟΥ


[Η Κύπρος, πίσω από την πρώτη σελίδα,
 Κυριακή 13 Μαρτίου 2016, σ. 2, 
επιλογή: Μαρία Πυλιώτου]


Φς
ρθες
νάμεσα π τ φυλλώματα
Τς λις
Κι γνώρισα
Τ σημ
Τν πλότητα
Κα τν γάπη.

νάμεσα π τ φυλλώματα
Το κυπαρισσιο
Κι γνώρισα
Τ πράσινο
Τν πάλη
Τν παλληκαριά.

Τς ροδις
Κι γνώρισα
Τ κόκκινο
Τν τρέλα
Κα τν ρωτά σου.

Κι  κόσμος λος φς.


Τ Πουλιά

Στν βράχο το γιαλο κάθεται  γλάρος
Κι διάφορα τ πέλαγο κοιτ
Μ μάτια μισοκοιμισμένα κα ξυπν
Κάθε φορ πο ρχίζει τ τραγοδι της
Μι φραγκολίνα πο μετρ ψωμι
Κι λο εκοσι τέσσερα τ βρίσκει.

Κα καθς το ρέσουν τ πλουμίδια της
Κα τ᾿ λλα τ σημάδια πο χει στ φτερ
Πιάνει κι ατς σκοπ κα σιγοτραγουδ

φτοτζηνάρα το γιαλο
Τζα σμέρνα το πελάου
Δν σο τ λάλουν, μάνα μου
᾿Πο λλόου μου φυλάου!


Καρπασία

Κάθε πρω
κονίζω τ μνήμη μου
Κι να μαχαίρι
νάμεσα σ θάλασσες πο ματώνουν
Σ δυ κομμάτια μ χωρίζει.

Τ παιδικά μου χρόνια μ συνθλίβουν…

Προσπαθ ν ταιριάξω φωνήεντα
Στ ʺξʺ κα ʺζήταʺ
Καθς στν λιο διάπλατα
 μάνα ψιθυρίζοντας
Τ σπίτι νοίγει.

Στν πρωιν καταχνι
Τριάστρι, Ποαλέτρικα κα λλοι στερισμο
Δν μπορον ν σηκώσουν τ βάρος τν βλεφάρων μου.
Κυνηγώντας τ σκιά μας νάμεσα στ καπνόφυτα
Μ τν πίσσα στ χέρια κα στ ροχα μας
ποχωρίζουμε τσκ τσκ τ νοτισμένα φύλλα
Κι ν τ χρυσαφ ρουφάει τ πράσινο
 λιος νεβαίνει
Κα ο μακρις αλακις
Μικραίνουν στ μέτωπο το πατέρα
Μετρώντας τον μ κοντάρια.

Μ νας ρόδακας
λοένα γυρίζει μι μπροστ κα μι πίσω
πιστρέφοντας εκόνες το παλιο καιρο
Κα δείχνοντας τς λλες
Πο συνθέτουν ο μέρες πο θά ᾿ρθουν.

ς ρχίσει λοιπν  γνας
Κι ς μν εναι δι τν δόξαν
ς εναι γι τ καπνολούλουδα
Κα τς σκορπισμένες ψηφίδες
Τς διθαλάσσου πεφιλημένης πατρίδας.


Παλις σφραγίδες

Χειρολαβ π φίλντισι
σημένια λεπίδα σκαλισμένη
Τς παις σφραγίδες σου
Κορνες κα λιοντάρια
γκυρες κα πύργους -νδείξεις γι τν χρόνο
κα τν πολιτεία που γεννήθηκες-
Κα τ ρχικ το νόματος
Το φέντη κα κατακτητ σου
Καλλιγραμμένα διατηρες
λλ κυρίως τ μορφ το Βασιλέως χεις τυπωμένη
Σημάδι πς πληρώθηκε  φόρος σου
πως πληρώθηκε κα γι᾿ λλα παλαι σημικ
Κα ντικείμενα συλλογς.

Μ σιγουρι μιλον ο εδικο καθς σ ψηλαφον
Καθς σ ψηλαφον κα ξεδιπλώνουν
τ μακραίωνη στορία σου
Μ τ βοήθεια φακο
Πο κινεται σ προκαθορισμένο ψος
Μεγεθύνοντας λλες φορς τ μορφ το ρχοντα
Κα λλες πάλι φορς τν πόλη σου μικραίνοντας.

μως μι σήμαντη λεπτομέρεια τος διαφεύγει.
Γι χρόνια πολλ φυλς τ κλάμα τν παγονιν
Πο κατάπαυστα νεβοκατεβάζουν τ κεφάλι
Μέσα στς σελίδες τν βιβλίων πο ξακρίζεις
Μ δν μπορον ατο ν τ κούσουν.

μες περιμένουμε

Περιμένουμε τ στιγμ
Πο τ πουλι θ᾿ νοίξουν πάλι τ φτερά τους
Κα θ νώσουν τς μικρς κραυγές τους
πως τότε...